ΟΙ ΧΟΡΟΙ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
Αποσπάσματα από το
βιβλίο του Ιωάννη Τσουχλαράκη
ΟΙ
ΧΟΡΟΙ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ, μύθος, ιστορία, παράδοση,
Αθήνα 2000,
(Α’ ΕΠΑΙΝΟΣ ΑΚΑΔΗΜΙΑΣ
ΑΘΗΝΩΝ)
Σύμφωνα με τα κείμενα της αρχαίας
ελληνικής γραμματείας, ο χορός πρωτοεμφανίστηκε στην Κρήτη, όπου
αναπτύχθηκε ως τέχνη κάτω από θεία έμπνευση και καθοδήγηση, και από εκεί
διαδόθηκε στον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο.
Οι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρονται στη
γέννηση του χορού, αποδίδοντας την πατρότητά του στη Μητέρα των Θεών
(Ρέα ή Κυβέλη), η οποία τον δίδαξε στους Κρήτες και συγκεκριμένα στους
Κουρήτες, κάποια φυλή ή υποδιαίρεση του κρητικού λαού, αρχαιότατη, αν
κρίνουμε από την παράδοση που τους ονομάζει «γιους της Γης», ή μια
ιερατική οικογένεια θεραπευτών-καθαρτών, που εκτελούσαν χαρακτηριστικούς
χορούς, προκειμένου να επιτύχουν τον εξαγνισμό. Γι αυτό και θεωρείται
ότι οι περισσότεροι χοροί της κλασικής αρχαιότητας ανάγονται στην Κρήτη.
Ο πιο φημισμένος κρητικός χορός ήταν ο πυρρίχιος και με τη
γενική ονομασία «πυρρίχη» χαρακτηρίζονταν όλοι οι πολεμικοί χοροί της
αρχαιότητας. Οι πηγές μας πληροφορούν ότι, με τα χρόνια ο χορός
εξαπλώθηκε σε όλη την Ελλάδα και η κάθε πόλη που άρχιζε να τον χορεύει,
δίνοντάς του και διαφορετικό όνομα, φιλοδοξούσε την πατρότητά του. Από
το 300 μ.Χ. τον πυρρίχιο αρχίζουν να χορεύουν και οι γυναίκες και
από τότε κάποιες παραλλαγές του παίρνουν χαρακτήρα χορού ερωτικού.
Οι περισσότεροι μελετητές σήμερα είναι
πεπεισμένοι ότι αρκετούς χορευτικούς τύπους, οι αρχαίοι Έλληνες τους
διδάχτηκαν από την Κρήτη.
Για πολλούς από τους παραδοσιακούς
χορούς της Κρήτης, μπορούμε να πούμε πως αποτελούν απόηχους των χορών
των Κουρητών ή των χορών της πυρρίχης, ως παραλλαγές ή άλλες ονομασίες
τους, μετασχηματισμένες στο πέρασμα των αιώνων.
Ιδιαίτερα ονομαστοί στην Κρήτη, από τη μινωική εποχή, ήταν επίσης οι
τελετουργικοί κυκλικοί χοροί, κλειστοί και ανοιχτοί, ως απαραίτητα
στοιχεία των θρησκευτικών τελετουργιών. Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι
οι Κρήτες είχαν εφεύρει αυτού του είδους τις τελετουργίες με τους
συρτούς χορούς, που χορεύονταν κατά τη διάρκεια θυσίας γύρω από το
βωμό.
Το ότι η πλουσιότατη μουσικοχορευτική
κληρονομιά της Κρήτης, η οποία διαμορφώθηκε και επιβίωσε μέχρι τους
νεότερους χρόνους, αναπτύχθηκε ως συνέχεια της αρχαιότερης τοπικής και
συμπληρώθηκε επηρεασμένη από τις μακρόχρονες ιστορικές περιπέτειες του
νησιού, φαίνεται, επίσης, από το γεγονός ότι μέχρι τα μέσα περίπου του
20ου αιώνα ο μουσικός βρισκόταν στο κέντρο του χορευτικού
κύκλου, που όπως επιβεβαιώνεται από τα αρχαιολογικά ευρήματα συνέβαινε
στην Κρήτη της αρχαιότητας.
Στη ζωντανή χορευτική κληρονομιά της
Κρήτης περιλαμβάνονται είκοσι τέσσερις, περίπου, παραδοσιακοί χοροί.
Μέχρι πριν μερικά, μόλις, χρόνια οι περισσότεροι από αυτούς ήταν
περιορισμένης διάδοσης. Γνωστοί σε όλη την Κρήτη ήταν μόνο: η σούστα, ο
σιγανός, ο μαλεβιζώτης, ο χανιώτικος (συρτός) και το πεντοζάλι. Να
σημειωθεί, πάντως, ότι και οι χοροί αυτοί (πλην του σιγανού) μέχρι το
Μεσοπόλεμο δεν ήταν παγκρήτιας εμβέλειας. Πιο συγκεκριμένα, η σούστα
ήταν γνωστή στο νομό Ρεθύμνου, ο μαλεβιζώτης στο νομό Ηρακλείου και ο
χανιώτικος και το πεντοζάλι στο νομό Χανίων. Μόνο ο σιγανός ήταν
γνωστός, σε παραλλαγές, στους νομούς Ρεθύμνου και Ηρακλείου.
Οι υπόλοιποι, λιγότερο γνωστοί, χοροί
είναι: η γιτσικιά σούστα, η γλυκομηλίτσα και το ρόδο, που χορεύονται
στην επαρχία Κισάμου, ο φτερωτός συρτός (παραλλαγή του χανιώτικου
με διαφοροποιημένη τη χορογραφία του), που ήταν γνωστός σε μερικά χωριά
των νομών Χανίων και Ρεθύμνου, ο κουτσαμπαδιανός και ο τριζάλης, που
χορεύονται στην επαρχία Αμαρίου, ο πηδηχτός, που συναντάμε στην
επαρχία Μυλοποτάμου, ο απανωμερίτης και το μικρό-μικράκι, χοροί γνωστοί
σε ορισμένες περιοχές των νομών Ρεθύμνου και Ηρακλείου, ο μπραμιανός -
πρινιώτης, ο αγκαλιαστός, ο ξενομπασάρης και ο ζερβόδεξος, που
χορεύονται στις επαρχίες Ιεράπετρας και Μιραμπέλλου, ο πηδηχτός, που
συναντάμε στο νομό Λασιθίου (με τις παραλλαγές του, στειακός στη Σητεία
και ιεραπετρίτικος στην Ιεράπετρα), ο λαζότης και τα ντουρνεράκια, που
είναι γνωστοί σε διάφορες περιοχές του νησιού.
Η γιτσικιά σούστα
είναι χορός της επαρχίας Κισάμου του νομού Χανίων. Ανήκει στην κατηγορία
των πηδηχτών χορών. Χορεύεται μόνον από άνδρες. Το μουσικό μέτρο του
χορού είναι 2/4, τα βήματά του 6 και η λαβή από τις παλάμες στο ύψος των
ώμων (με λυγισμένους τους αγκώνες).
Τα τελευταία χρόνια ο χορός λέγεται
και Ρουματιανή σούστα. Την ονομασία αυτή έδωσε στο χορό ο
πρωτομάστορας της κρητικής μουσικής Κωνσταντίνος Παπαδάκης, ο περίφημος
Ναύτης (1920-2003) από το Καστέλι Κισάμου, επειδή τις τελευταίες
δεκαετίες χορευόταν μόνο στο χωριό Παλαιά Ρούματα.
Ο χανιώτικος είναι χορός
του νομού Χανίων. Η πρωταρχική μορφή του εντοπίζεται στην επαρχία
Κισάμου. Ανήκει στην κατηγορία των συρτών χορών. Ας μην ξεχνάμε,
άλλωστε, ότι τις τελευταίες δεκαετίες ακούγεται περισσότερο ως
χανιώτικος συρτός. Χορεύεται από άνδρες και γυναίκες σε κύκλο. Το
μουσικό μέτρο του είναι 5/8, τα βήματα του 11 και η λαβή από τις παλάμες
στο ύψος των ώμων.
Σύμφωνα με την προφορική παράδοση, την
οποία κατέγραψε ο Ναύτης στο βιβλίο του Κρητική λύρα, ένας μύθος
(1989), ο χορός διαμορφώθηκε στα μέσα του 18ου αιώνα στην
επαρχία Κισάμου Χανίων (σ.σ. πιθανόν μετασχηματίζοντας τα βήματα κάποιου
παλαιότερου συρτού χορού). Κατά τη λαϊκή μαρτυρία, η παλαιότερη μελωδία
του χανιώτικου, «ο πρώτος», δημιουργήθηκε με βάση δύο μελωδίες
που είχαν συνθέσει οι Κρήτες εθελοντές μαχητές της Κωνσταντινούπολης στα
1453, οι οποίοι, ως γνωστόν, ήταν και οι τελευταίοι υπερασπιστές της. Οι
μελωδίες αυτές, που όσοι από τους αγωνιστές σώθηκαν επιστρέφοντας τις
έφεραν στην Κρήτη, διατηρήθηκαν για δύο αιώνες ως τραγούδια.
Σύμφωνα, πάντα, με τη λαϊκή πίστη, η
πρώτη μουσική εκτέλεση του χορού αποδίδεται στον Κισαμίτη βιολάτορα
Στέφανο Τριανταφυλλάκη ή Κιώρο (18ο αιώνα) και η πρώτη
χορευτική απόδοση από Κισαμίτες στον οικισμό Πατεριανά του χωριού
Λουσακιές. Ο χανιώτικος έγινε ευρέως γνωστός στην υπόλοιπη Κρήτη την
περίοδο του Μεσοπολέμου, αποκτώντας στη συνέχεια παραλλαγές στο ύφος και
την έκφραση της μουσικής και του βηματισμού του.
Είναι χορός μοναδικός και
παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, λόγω του ξεχωριστού χορευτικού τρόπου
απόδοσης της πρωταρχικής μορφής του στην επαρχία Κισάμου, όπου στον
κύκλο του χορού χορεύουν πάντα οι εκάστοτε δύο πρώτοι ενώ οι υπόλοιποι
περπατάνε, καθώς και του πολύ μεγάλου αριθμού
συνοδευτικών μελωδιών (μουσικών
σκοπών), που οι περισσότερες είναι δημιουργίες σπουδαίων μουσικών του 19ου
και του 20ου αιώνα.
Το πεντοζάλι είναι χορός
του νομού Χανίων. Ανήκει στην κατηγορία των πηδηχτών χορών. Στις μέρες
μας αποδίδεται από άνδρες και γυναίκες. Παλαιότερα, όμως, χορευόταν
κυρίως από άνδρες. Το μουσικό μέτρο του είναι 2/4, τα βήματά του 1ο και
η λαβή από τους ώμους με τα χέρια τεντωμένα.
Σύμφωνα με την προφορική παράδοση, την
οποία επίσης κατέγραψε ο Ναύτης στο βιβλίο του, αλλά και τα πολλά
ιστορικά στοιχεία που συμφωνούν με αυτήν, ο χορός έλαβε τη σημερινή
μουσικοχορευτική μορφή και ονομασία του στην επαρχία Κισάμου, την
περίοδο της Επανάστασης του Δασκαλογιάννη στα 1770-71 (σ.σ.
ίσως, βέβαια, μετασχηματίζοντας έναν παλαιότερο πυρρίχιο ή υπορχηματικό
χορό) και αποκτώντας συμβολισμούς στην ονομασία, το βηματισμό και τη
μουσική του.
Ονομάστηκε πεντοζάλι, και όχι
πεντοζάλης, γιατί συμβολίζει το πέμπτο ζάλο (δηλαδή βήμα), όπως ειπώθηκε
η θεωρούμενη πέμπτη κατά σειρά απόπειρα των Κρητικών για απελευθέρωση
της Κρήτης από τους Τούρκους και όχι γιατί έχει πέντε βήματα, όπως
αβασάνιστα έχουν πει αρκετοί. Έχει δέκα βήματα, σε ανάμνηση της 10ης
Οκτωβρίου του 1769, οπότε λήφθηκε η απόφαση των Σφακιανών για την
πραγματοποίηση της επανάστασης, και η μουσική του αποτελείται από δώδεκα
πάρτες, δηλαδή δώδεκα μουσικές φράσεις (γυρίσματα-σκοπούς), προς
τιμήν των δώδεκα πρωτεργατών της εξέγερσης.
Αξιοσημείωτο είναι ότι μέχρι τις αρχές
της δεκαετίας του 1960 οι κάτοικοι των επαρχιών Κισάμου και Σελίνου όταν
χόρευαν το πεντοζάλι, στο άκουσμα κάθε σκοπού της μουσικής του χορού,
φώναζαν το όνομα του καπετάνιου που αντιστοιχούσε ο μουσικός σκοπός,
τιμώντας έτσι τη μνήμη του Δασκαλογιάννη των βασικών συνεργατών του και
της εξέγερσής των.
Το ρόδο είναι χορός
της επαρχίας Κισάμου Χανίων. Ανήκει στην κατηγορία των συρτών χορών.
Στις μέρες μας, αποδίδεται μόνο από γυναίκες. Παλαιότερα, όμως, ήταν
μικτός χορός. Το μουσικό μέτρο του είναι 2/4, τα βήματά του 17 και η
λαβή από τις παλάμες στο ύψος των ώμων. Χορεύεται σε κύκλο.
Το όνομά του συνδέεται με τις
πάμπολλες μαντινάδες με αναφορά στο ρόδο, που τραγουδιόνται κατά την
εκτέλεση του χορού. Παρακάτω, αναφέρουμε ορισμένες σχετικές παλαιές
μαντινάδες
Ρόδο μου μη μαραίνεσαι, μη χάνεις
τη θωριά σου,
κράτα τη δροσεράδα σου, την τόση
ομορφιά σου.
Ρόδα και τριαντάφυλλα κι άνθη του
παραδείσου
εσύναξεν ο έρωτας κι έφτιαξεν το
κορμί σου.
Ρόδο και ‘συ, ρόδο κι εγώ, μαζί να
φυτευτούμε,
να σμίξουμε τους κλώνους μας να
σφιχταγκαλιαστούμε.
Η γλυκομηλίτσα είναι
χορός της επαρχίας Κισάμου Χανίων. Ανήκει στην κατηγορία των
συρτών χορών. Στις μέρες μας, αποδίδεται μόνο από γυναίκες. Παλαιότερα,
όμως, ήταν μικτός χορός. Το μουσικό μέτρο του χορού είναι 2/4 , τα
βήματά του 12 και η λαβή από τις παλάμες στο ύψος των ώμων. Χορεύεται σε
κύκλο.
Ο χορός παίρνει το όνομά του από ένα
ριζίτικο τραγούδι με τίτλο Το μήλον όσο κρέμεται εις τη γλυκομηλίτσα,
με το οποίο μοιράζεται και την ίδια μελωδία.
Η αναβίωση του χορού, η οποία είναι
εξαιρετικά πρόσφατη, είναι αποτέλεσμα της ερευνητικής προσπάθειας του
πολιτισμολόγου Θρασύβουλου Τσουχλαράκη.
Ο φτερωτός συρτός, που
λέγεται και ντάμα στο Ρέθυμνο ή πάσο στα
Χανιά, αποτελεί παραλλαγή του χανιώτικου με διαφοροποιημένη τη φόρμα
του.
Ο χορός την περίοδο της Αποκριάς, αλλά
κι εν γένει σε εύθυμες περιστάσεις, έπαιρνε τη μορφή παιχνιδιού.
Ο κουτσαμπαδιανός ή
κα(ρ)τσιμπα(ρ)διανός ή κατσαμπαδιανός είναι χορός της επαρχίας
Αμαρίου Ρεθύμνου. Χορεύεται μόνον από άνδρες σε κύκλο. Το μουσικό μέτρο
του χορού είναι 2/4 , τα βήματά του 10 και η λαβή από τις παλάμες στο
ύψος των ώμων.
Στην ουσία πρόκειται για παραλλαγή του
πεντοζαλιού, κάτι που επιβεβαιώνεται από τη σχετική με τη διαμόρφωση του
χορού προφορική παράδοση.
Υπάρχει και μία δεύτερη εκδοχή για τον
τυπικό βηματισμό του χορού, με 16 βήματα, η οποία όμως αποδυναμώνεται
από την ασυμφωνία της με το παραδιδόμενο χρονικό δημιουργίας του χορού,
που αναφέρουμε παρακάτω.
Σύμφωνα με την προφορική παράδοση, την
οποία διέσωσε ο λυράρης Γιώργος Μουζουράκης (1904–2001) από την
Παντάνασσα Αμαρίου, καταθέτοντάς την σε συνέντευξη που μου παραχώρησε το
1995, το ιστορικό διαμόρφωσης του χορού έχει ως εξής: Αρκετά χρόνια
μετά την επανάσταση του Δασκαλογιάννη, εκεί γύρω στα 1800, ένας
καπετάνιος από την Αμπαδιά, που είχε πάρει μέρος στην επανάσταση του
Δασκαλογιάννη, μετά από μία μάχη με Τούρκους στη Λοχριά της Αμπαδιάς
θέλησε να χορέψει πεντοζάλι. Οι μουσικοί, που έπαιξαν για αυτόν,
και οι χορευτές, που χόρεψαν μαζί του, τον τίμησαν, προσαρμόζοντας το
ρυθμό της μουσικής του πεντοζαλιού και τα βήματα του χορού,
αντίστοιχα, στα ζάλα ενός κουτσού άνδρα. Εκείνος, παρ’ ότι κουτσός,
χόρεψε και ο χορός του έμεινε στην παράδοση της επαρχίας Αμαρίου ως
κουτσαμπαδιανός ή κα(ρ)τσιμπα(ρ)διανός ή
κατσαμπαδιανός ή κουτσιστός για να θυμούνται όλοι το χορό του
κουτσού από την Αμπαδιά.
Σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές,
ανάμεσα σε αυτούς που συμμετείχαν στην επανάσταση του Δασκαλογιάννη, στα
1770-71, ήταν και ο σπουδαίος οπλαρχηγός Ιωσήφ Δασκαλάκης ή
Σηφοδασκαλάκης (πατήρ) από την Αμπαδιά Ρεθύμνου, ο οποίος, μάλιστα, ήταν
από αυτούς που επέζησαν του αγώνα, αλλά έμεινε χωλός στο αριστερό του
πόδι. Να σημειωθεί ότι ο Σηφοδασκαλάκης ήταν σφακιανής καταγωγής και ο
γιος του, που ήταν σημαιοφόρος στο στράτευμα του Δασκαλογιάννη,
σκοτώθηκε στις αρχές της επανάστασης. Είναι πολύ πιθανόν ο
Σηφοδασκαλάκης να είναι ο κουτσός Αμπαδιανός (ή Αμπαδιώτης) που
συνδέεται με το παραδιδόμενο ιστορικό του χορού.
Η σούστα είναι χορός του
νομού Ρεθύμνου. Ανήκει στην κατηγορία των πηδηχτών χορών. Χορεύεται από
ένα ή περισσότερα ζευγάρια (άνδρας με γυναίκα). Το μουσικό μέτρο του
είναι 2/4 και τα βήματά του 6. Ξεκινάει σαν κύκλιος χορός. Άνδρες και
γυναίκες, με λαβή από τις παλάμες στο ύψος των ώμων, αφού χορέψουν έναν
κύκλο χωρίζονται σε δύο ομάδες (ανδρών και γυναικών) η μια απέναντι από
την άλλη, φροντίζοντας να βρεθούν αντικριστά οι χορευτές που θα
αποτελέσουν ζευγάρι. Στη συνέχεια κάθε άνδρας πλησιάζει το ταίρι του.
Από εκεί κι έπειτα αναπτύσσεται μεταξύ των χορευτών του κάθε ζευγαριού
ένας χορευτικός διάλογος, γεμάτος συμβολισμούς, με τα ζευγάρια αρχικά σε
παράλληλη διάταξη και κατόπιν σε ελεύθερη. Ένα καλό ζευγάρι χορευτών
μπορεί να αναπαραστήσει στη σούστα το χρονικό μιας ερωτικής ιστορίας,
από τη στιγμή της γνωριμίας μέχρι την ώρα του γάμου.
Τα βασικά βήματα του χορού, που
μοιάζουν με πηδηματάκια και κάνουν τα σώματα των χορευτών σαν να
ωθούνται από κάποιο ελατήριο, φαίνεται πως ήταν ο λόγος που ο χορός,
κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας, μετονομάστηκε σε σούστα από την
ομώνυμη ιταλική λέξη, που σημαίνει ελατήριο, έλασμα. Ίσως οι Βενετοί να
έδωσαν την ονομασία αυτή, από τη στιγμή που άρχισαν να χορεύουν τον
αντικριστό ερωτιάρικο χορό των Κρητών, αφού από τον Αντρέα Κορνάρο,
ιστορικό της εποχής, στα τέλη του 16ου αιώνα, πληροφορούμαστε
πως στις γιορτές και στις δεξιώσεις που δίδονταν στο παλάτι του δούκα,
στο Χάνδακα, χορεύονταν εκτός από τους ιταλικούς και οι κρητικοί χοροί,
που άρεσαν πολύ στους Βενετούς αξιωματούχους και στις κυρίες τους.
Μπορεί, βέβαια, και να διαμορφώθηκε τότε, μετασχηματίζοντας έναν
παλαιότερο χορό.
Ο τριζάλης είναι χορός
της επαρχίας Αμαρίου Ρεθύμνου. Ανήκει στην κατηγορία των πηδηχτών χορών.
Στις μέρες μας, αποδίδεται κυρίως από γυναίκες. Παλαιότερα, όμως, ήταν
μικτός χορός. Το μουσικό μέτρο του είναι 2/4 , τα βήματά του 7 ( που
εκτελούνται με δύο τρόπους) και η λαβή από τις παλάμες στο ύψος των
ώμων. Χορεύεται σε κύκλο.
Ο πηδηχτός είναι χορός
της επαρχίας Μυλοποτάμου του νομού Ρεθύμνου. Χορεύεται μόνο από άνδρες
σε κύκλο. Το μουσικό μέτρο του χορού είναι 2/4 , τα βήματά του 12 (6
μπροστά, 6 πίσω) και η λαβή χιαστί.
Τις τελευταίες δεκαετίες είναι
περισσότερο γνωστός ως ανωγειανός πηδηχτός, επειδή
προβλήθηκε ιδιαιτέρως από Ανωγειανούς μουσικούς και χορευτές.
Ο απανωμερίτης, είναι
χορός της Κεντρικής Κρήτης. Συναντάται σε αρκετές περιοχές των νομών
Ρεθύμνου και Ηρακλείου. Στις μέρες μας, αποδίδεται κυρίως από γυναίκες.
Παλαιότερα, όμως, ήταν μικτός χορός. Το μουσικό μέτρο του είναι 2/4, τα
βήματά του 10 και η λαβή από τις παλάμες με τα χέρια κάτω. Χορεύεται σε
κύκλο.
Το μικρό μικράκι είναι
χορός της Κεντρικής Κρήτης. Ανήκει στην κατηγορία των συρτών χορών.
Συναντάται σε αρκετές περιοχές των νομών Ρεθύμνου και Ηρακλείου. Στις
μέρες μας, αποδίδεται κυρίως από γυναίκες. Παλαιότερα, όμως, ήταν μικτός
χορός. Το μουσικό μέτρο του είναι 2/4 και η λαβή από τις παλάμες στο
ύψος των ώμων. Για το βηματισμό του χορού υπάρχουν δύο εκδοχές, μία με
10 βήματα και μία με 18. Χορεύεται σε κύκλο.
Ο σιγανός είναι χορός
αργός και ίσως γι αυτό ονομάστηκε έτσι. Χορεύεται από άνδρες και
γυναίκες σε κύκλο. Διάφορες μορφές του χορού συναντώνται στους νομούς
Ρεθύμνου, Ηρακλείου και Λασιθίου. Μέχρι πριν μερικά χρόνια ήταν ο χορός
της νύφης στην Κεντρική και Ανατολική Κρήτη και το λέμε αυτό γιατί στις
μέρες μας ο χανιώτικος έχει επικρατήσει να είναι ο χορός της
νύφης στα περισσότερα μέρη της Κρήτης.
Στο νομό Ρεθύμνου
ο χορός έχει μουσικό μέτρο 2/4, 8 βήματα και λαβή από τις παλάμες στο
ύψος των ώμων ή θηλυκωτή.
Στο νομό Ηρακλείου
ο χορός έχει μουσικό μέτρο 2/4, 6 βήματα και λαβή χιαστί.
Στο νομό Λασιθίου
είδος σιγανού χορού αποτελεί ο ξενομπασάρης,
που είναι χορός της επαρχίας Ιεράπετρας. Το μουσικό μέτρο του
είναι 2/4 , τα βήματά του 6 και η λαβή χιαστί ή θηλυκωτή ή από τις
παλάμες στο ύψος των ώμων.
Είναι χορός που βηματικά προσιδιάζει
με το σιγανό που χορεύεται στο νομό Ηρακλείου, αν και δεν τον
έλεγαν ποτέ έτσι στην Ιεράπετρα.
Η ονομασία του οφείλεται στη μαντινάδα
που τραγουδιέται πάντα πρώτη κατά τη διάρκεια του χορού:
Ξενομπασαρικάκι μου ξενομπασάρικό
μου
σγουρό βασιλικάκι μου και να ‘σουνε
δικό μου
Χορεύεται και στο Κάτω Μεραμπέλλο,
όπου τον λένε (και) μανά, από το τσάκισμα «για το Θεό μανά
μου», που λέγεται πάνω στις μαντινάδες.
Παλαιότερα ο σιγανός χορευόταν κυρίως
από γυναίκες. Κατά την προφορική παράδοση, αλλά και τις γραπτές πηγές,
επί Τουρκοκρατίας οι αγάδες συνήθιζαν να καλούν τις οικογένειες των
Κρητικών σε δήθεν γλέντια, για να βάζουν τις γυναίκες και τις κόρες τους
να χορεύουν στους οντάδες τους. Στο πάτωμα, όμως, έριχναν ρόβι για να
γλιστρούν, να πέφτουν κάτω, να τις γελοιοποιούν και να τις προσβάλουν.
Οι Κρητικοί, για να μην γίνεται το κέφι των Τούρκων, έλεγαν στους
οργανοπαίχτες, που επί το πλείστον ήταν Χριστιανοί, να παίζουν το
σιγανό. Να σημειωθεί ότι δεν ξέρουμε αν ο χορός αυτός προϋπήρχε ή
διαμορφώθηκε τότε για το σκοπό αυτό.
Ο Μαλεβιζώτης ή
καστρινός πηδηχτός είναι χορός της επαρχίας
Μαλεβιζίου του νομού Ηρακλείου. Χορεύεται από άνδρες και
γυναίκες σε κύκλο. Το μουσικό μέτρο του χορού είναι 2/4, τα βήματά του
16 (8 μπροστά, 8 πίσω) και η λαβή (με λυγισμένους τους αγκώνες).
Ο μπρ(α)ϊμιανός είναι
χορός της επαρχίας Ιεράπετρας. Χορεύεται από άνδρες και γυναίκες σε
κύκλο. Το μουσικό μέτρο του είναι 2/4. Τον συναντούμε σε παραλλαγές,
στην Ιεράπετρα, στον Κρούστα, στους Μεσελέρους και αλου, καθώς και στο
οροπέδιο Λασιθίου, όπου και παίρνει την ονομασία πρινιώτης,
μία εξαιρετικά ξεχωριστή έκφραση του χορού με αρχαιότατες
(υπορχηματικές) καταβολές, καθώς παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με τον
αρχαιοελληνικό χορό «όρμο», ο οποίος είχε υπορχηματικό χαρακτήρα.
Στα περισσότερα χωριά της επαρχίας
Ιεράπετρας έχει 13 βήματα (6 μπροστά, 7 πίσω) και λαβή χιαστί ή από τους
ώμους με τα χέρια τεντωμένα ή από τις παλάμες στο ύψος των ώμων ή
θηλυκωτή.
Στο οροπέδιο Λασιθίου έχει 15 βήματα
(6 μπροστά, 9 πίσω) και λαβή διπλή σταυρωτή.
Ο πηδηχτός είναι χορός
του νομού Λασιθίου. Χορεύεται από άνδρες και γυναίκες σε
κύκλο. Έχει μουσικό μέτρο 2/4, 14 βήματα (7 μπροστά, 7 πίσω) και λαβή
από τις παλάμες στο ύψος των ώμων (με τους αγκώνες λυγισμένους).
Τον συναντούμε σε παραλλαγές, στο ύφος
του βηματισμού και στη συνοδευτική μουσική, ως στειακό
στην επαρχία Σητείας και ως ιεραπετρίτικο στην επαρχία
Ιεράπετρας.
Ο αγκαλιαστός είναι
χορός της επαρχίας Ιεράπετρας. Είναι απλός, περπατητός. Χορεύεται από
άνδρες και γυναίκες σε εύθυμες περιστάσεις. Το μουσικό μέτρο του είναι
2/4. Το όνομά του το πήρε από το ιδιόμορφο πιάσιμο των χορευτών, που
μοιάζει να αγκαλιάζει κάθε χορευτής τον μπροστινό του. Ο μουσικός ή η
«πλουμίστρα» (μια γυναίκα με πείρα στο χορό αυτό, που πιάνει στην αρχή
του κύκλου) «πλουμίζει», δηλαδή «στολίζει», κάθε χορευτή και χορεύτρια
με επαινετικά δίστιχα, ενώ ταυτοχρόνως εξελίσσεται η ομολογουμένως
ξεχωριστή διαδικασία του αγκαλιάσματος, ξεκινώντας από τους τελευταίους
του χορού, με τη διαμόρφωση αψίδας και πορείας φουρκέτας. Τον
αγκαλιαστό ακολουθεί, σχεδόν πάντα, ως συνέχεια, ένας πηδηχτός χορός
του νομού Λασιθίου.
Ο ζερβόδεξος είναι χορός
της επαρχίας Ιεράπετρας. Χορεύεται από άνδρες και γυναίκες, με τον ένα
πίσω από τον άλλον, στην αρχή σε κύκλο και μετά σε ελεύθερη πορεία.
Έχει μουσικό μέτρο 2/4, 6 βήματα και ιδιόμορφη λαβή, που γίνεται με τη
βοήθεια μαντηλιού. Οι χορευτές τεντώνουν το δεξί χέρι και πιάνουν το
αριστερό του μπροστινού (μπροστά από τον αριστερό ώμο). Με το ξεκίνημα
της μουσικής όλοι χορεύουν πηγαίνοντας προς τα εμπρός. Όταν ο
μουσικός, βιολιστής ή λυράρης, κάνει με το δοξάρι του ένα
χαρακτηριστικό και κοφτό ήχο σαν στριγκλιά, τότε όλοι οι χορευτές
αλλάζουν φορά. Έτσι ο πρώτος γίνεται τελευταίος και ο τελευταίος
πρώτος.
Η ονομασία του χορού οφείλεται στην
εναλλασσόμενη φορά του, μία μπροστά μία πίσω ή αλλιώς μία ζερβά
(αριστερά) μία δεξιά. Οι παλιοί οργανοπαίχτες συνήθιζαν να παίζουν το
χορό αυτό στα γλέντια, τις προχωρημένες ώρες, όταν ήθελαν να τονώσουν το
κέφι.
Ο λαζότης είναι ένας
εύθυμος κυκλικός χορός που χορεύεται από άνδρες και γυναίκες σε αρκετές
περιοχές της Κρήτης. Το μουσικό μέτρο του είναι 2/4, τα βήματά του 8 και
η λαβή από τις παλάμες στο ύψος των ώμων.
Να σημειωθεί ότι ο χορός δεν είναι
πηδηχτός, παρότι στο βηματισμό του ενσωματώνονται στοιχεία από δύο
χορούς των Ποντίων, τους ομάλ απλό
και τικ σο γόνατον.
Για τη διαμόρφωση του χορού υπάρχουν
δύο απόψεις. Σύμφωνα με την πρώτη, ο χορός προέκυψε από την επαφή των
Κρητών με τους Ποντίους κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και σύμφωνα με τη
δεύτερη, από Πόντιους (Λαζούς) που βρέθηκαν
στην Κρήτη το 19ο αιώνα.
Την πρώτη άποψη ισχυροποιεί η μαρτυρία
του γνωστού θεατρικού συγγραφέα Δημήτρη Ψαθά (1907-1979), την οποία
κατέθεσε ο Γεώργιος Μουζουράκης σε συνέντευξη που μου παραχώρησε το
1995.
Ως γνωστόν, με την έκρηξη του Α΄
Παγκοσμίου Πολέμου άρχισε και ο εκπατρισμός των Ποντίων. Αυτοί, λοιπόν,
σύμφωνα με τον Ψαθά που έζησε τα γεγονότα, από τη μια άλλαζαν αμφίεση
για να αποφεύγουν τους Τούρκους και από την άλλη, για να αναγνωρίζονται
μεταξύ τους, όταν συναντιόνταν μέσα στα στρατόπεδα των πολυεθνικών
στρατευμάτων, καθώς κατέβαιναν προς τη Βαλκανική, έλεγαν τη φράση «Η
ΕΛΛΑΣ ΖΕΙ». Κρήτες εθελοντές αγωνιστές, που έλαβαν μέρος στους
Μακεδονικούς και Ηπειρωτικούς αγώνες και οι οποίοι εξακολουθούσαν να
βρίσκονται στη Βόρεια Ελλάδα, συνάντησαν τους Ποντίους σε κάποιες
στρατοπεδειές, άκουσαν το συνθηματικό τους, αλλά, λόγω της ποντιακής
προφοράς, το συγκράτησαν ως μια λέξη, «ΛΑΖΙ», γι΄ αυτό και τους είπαν
«ΛΑΖΟΥΣ». Τους είδαν μάλιστα να χορεύουν, θαύμασαν τους χορούς τους και
επηρεασμένοι απ΄ αυτούς δημιούργησαν έναν άλλο, τον οποίον ονόμασαν
«λαζότη», αφού τον εμπνεύστηκαν από τους «Λάζους». Μετά το τέλος
του πολέμου, οι Κρήτες που σώθηκαν, γυρίζοντας έφεραν το «λαζότη» στη
Μεγαλόνησο.
Ο Γιώργος Μουζουράκης μου είχε πει
ότι, από όσο θυμόταν, αυτός που έφερε το λαζότη στην Κρήτη ήταν ο
λυράρης Γιάννης Αγγανάκης ή Γλεντούσης από τον Κουρνά Αποκορώνου.
Ο χορός συνηθίζεται να χορεύεται την
περίοδο της Αποκριάς.
Τα ντουρνεράκια είναι
άλλος ένας χορός κεφιού, που έκανε την εμφάνισή του στην Κρήτη
ταυτόχρονα με το λαζότη, σύμφωνα με το Μουζουράκη. Χορεύεται από
άνδρες και γυναίκες σε κύκλο. Το μουσικό μέτρο του είναι 2/4, τα βήματά
του 6 και η λαβή από τις παλάμες στο ύψος των ώμων. Μοιάζει με το
χασαποσέρβικο.
Όπως είδαμε, στην Κρήτη υπάρχουν
αρκετοί χοροί που μοιράζονται την ονομασία πηδηχτός και αυτό
επιβεβαιώνει ότι όλοι οι εν λόγω χοροί, τα παλαιότερα χρόνια, ήταν
τοπικής διάδοσης.
Έχουμε, λοιπόν, πηδηχτό Μυλοποτάμου,
καστρινό πηδηχτό, λασιθιώτικο πηδηχτό, ενώ δεν πρέπει να παραλείψουμε να
πούμε ότι, παλαιότερα και το πεντοζάλι στα Χανιά το έλεγαν "πηδηχτό". Να
πούμε, επίσης, ότι με την ονομασία "πηδηχτός" αναφέρονται χοροί και στη
Γέργερη της επαρχίας Καινουργίου (Ηρακλείου) και στην Εθιά της επαρχίας
Μονοφατσίου (Ηρακλείου).
Από τους χορούς που αναφέραμε, σε
άλλους συνηθίζονται οι αυτοσχεδιασμοί του πρώτου (ή μπροστινού)
και σε άλλους όχι. Εκείνο που πρέπει απαραιτήτως να τονίσουμε είναι
ότι, ο κάθε χορός έχει τις δικές του λαογραφικές επιταγές, οι οποίες
υπαγορεύουν τους ιδιαίτερα ξεχωριστούς σε ύφος και κίνηση
αυτοσχεδιασμούς, δηλαδή χορευτικούς σχηματισμούς (φιγούρες), που πρέπει
να εκτελέσει με μέτρο και συνέπεια ο πρωτοσύρτης, εφόσον τους γνωρίζει ή
τους εμπνευστεί, και χωρίς να χρησιμοποιήσει κινήσεις από τους
χορευτικούς αυτοσχεδιασμούς άλλων χορών.